Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ: Η αποτελεσματικότητα της ΕΕ ως παράγοντας καταπολέμησης της τρομοκρατίας

Email This

Του Υποπλοιάρχου ΛΣ Ιωάννη Τσιντώνη
Τα τελευταία χρόνια, μετά της τρομοκρατικές επιθέσεις της 11/9 στις ΗΠΑ και τις ανάλογες επιθέσεις παγκοσμίως οι οποίες οφείλονται στην ισλαμική ριζοσπαστικοποίηση και τον εξτρεμισμό, υπάρχει μια συνεχής συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία, την ισλαμική ριζοσπαστικοποίηση και φυσικά για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ούτως ώστε να αποτραπούν παρόμοιες μελλοντικές επιθέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δε θα μπορούσε να μείνει εκτός ενός τέτοιου διαλόγου, όχι μόνο λόγω της θέσης της στη διεθνή σκηνή αλλά επιπλέον επειδή έχει κι αυτή υποφέρει από διάφορες τρομοκρατικές επιθέσεις όπως του Μαρτίου του 2004 στη Μαδρίτη, του Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο, του Ιανουαρίου & του Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι καθώς και του Μαρτίου 2016 στις Βρυξέλλες. Aν θέλουμε να κρίνουμε την αποτελεσματικότητα της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ πρέπει να το κάνουμε τόσο σε εσωτερικό επίπεδο όσο και σε εξωτερικό, κρίνοντας το βαθμό που η πολιτική που εφαρμόζει της επιτρέπει να συνεργαστεί με άλλα κράτη για να διαχειριστεί αντιτρομοκρατικές τακτικές. Ακολούθως λοιπόν, θα υποστηριχθεί ότι η ΕΕ έχει αρκετές ανεπάρκειες αλλά δεν μπορεί απλά να υποστηριχθεί ότι είναι ένας ατελέσφορος αντιτρομοκρατικός δρών. 
Η σημαντικότερη κριτική που ασκείται στην αντιτρομοκρατική πολιτική της ΕΕ σχετίζεται με την ικανότητά της να δράσει συλλογικά ενεργώντας ως ενιαία δύναμη αντί μιας ομάδας κρατών τα οποία δρουν μεμονωμένα. Αυτή είναι μια εγγενής αδυναμία την οποία η ΕΕ θα ήθελε να περιορίσει αλλά το πλήθος των κρατών που τη συγκροτούν (28) και το σύστημα λήψης αποφάσεων είναι ανασταλτικοί παράγοντες. Αυτό το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αντιτρομοκρατική πολιτική αλλά αντιμετωπίζεται κατά τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης εντός της ΕΕ. Ιδίως όταν πρόκειται για σοβαρά ζητήματα φαίνεται ότι είναι δύσκολο να υπάρξει μια ομόφωνη απόφαση. Είναι πιο πιθανό να πληροφορηθεί κάποιος για το ποια είναι η γνώμη της Γερμανίας, της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) για κάποιο θέμα από το να ακούσει για το τι έχει να πει η ΕΕ για το ίδιο θέμα. Δεν είναι ελάχιστες οι φορές που παρόλο που υπάρχει συγκεκριμένη επίσημη θέση στο «γραφειοκρατικό» σύστημα των Βρυξελλών (π.χ. θέση για την εξωτερική πολιτική), είναι η γνώμη συγκεκριμένων κρατών που εντέλει μετράει. Η πραγματικότητα είναι ότι η ΕΕ αποτελείται από αρκετά κράτη άνισης ισχύος και διεθνούς status quo. Κάθε χώρα έχει τα δικά της συμφέροντα που δε συμπίπτουν πάντα με αυτά της Ευρώπης (ως σύνολο). Έτσι ισχυρά κράτη όπως το ΗΒ, η Γερμανία και η Γαλλία συχνά κατηγορούνται ότι εξυπηρετούν δικά τους εθνικά συμφέροντα. Από την άλλη υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα τα οποία αφορούν μια χώρα και τα οποία τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ μπορεί να μη τα θεωρούν εξίσου σημαντικά. Επομένως οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων μπορεί να είναι εξαιρετικά αργές παρόλο που για ορισμένα κράτη μπορεί να είναι υψίστης σημασίας. [Ενδεικτικά, ένα χαρακτηριστικό θέμα είναι η ευρωπαϊκή πολιτική εμπορικής ναυτιλίας. Παρόλο που οι περισσότερες χώρες της ΕΕ είναι παράκτιες, άρα θα έπρεπε θεωρητικά να ενδιαφέρονται για παρόμοια ζητήματα, υπάρχουν χώρες που δεν ενδιαφέρονται καθόλου (π.χ. τα κράτη της ηπειρωτικής κεντρικής Ευρώπης όπως η Αυστρία και η Τσεχία) και μπορεί να μην έχουν καν εθνική πολιτική για τέτοια θέματα. Από την άλλη η Ελλάδα π.χ., ηγείται στο πεδίο της εμπορικής ναυτιλίας όχι μόνο σε ευρωπαϊκό αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι συχνά μπορεί να έχει αναπτύξει μια αυτόνομη πολιτική σε θέματα εμπορικής ναυτιλίας, νωρίτερα ακόμα και από την υιοθέτηση κάποιας κοινής ευρωπαϊκής απόφασης.  
Αυτό λοιπόν είναι το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις εντός της ΕΕ και η αντιτρομοκρατική πολιτική δε θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό, οπότε ανακύπτουν και τα ζητήματα αναποτελεσματικότητας. Τα ζητήματα αυτά μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες: Α). προβλήματα που ανακύπτουν στο εξωτερικό πεδίο, όταν η ΕΕ συνεργάζεται με άλλα κράτη για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και Β). προβλήματα που ανακύπτουν στο εσωτερικό πεδίο της ΕΕ και στον τρόπο που το κάθε κράτος συνεργάζεται με τα υπόλοιπα.
Α. Σχετικά με τη συνεργασία της ΕΕ με άλλες χώρες υπάρχουν κοινά προβλήματα στο πως η ΕΕ θέτει προτεραιότητες, πως κινητοποιείται, και πως διανέμει βοήθεια σε τρίτες χώρες. Αυτά τα προβλήματα εντοπίζονται στη δεκτικότητα των τρίτων χωρών, στην προθυμία των κρατών μελών της ΕΕ να συνεργαστούν, στο συντονισμό των διαφόρων θεσμών και αντιπροσωπιών της ΕΕ και στο συντονισμό της με τη διεθνή κοινότητα.
Πρώτο λοιπόν πρόβλημα είναι η δεκτικότητα των τρίτων χωρών στις περιπτώσεις που η ΕΕ συνεργάζεται με άλλες χώρες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αυτές οι χώρες είναι ειδικού ενδιαφέροντος για διαφόρους λόγους (π.χ. συχνά πρόκειται για ισλαμικές χώρες όπου πραγματοποιείται στρατολόγηση τρομοκρατών). Πρέπει λοιπόν να υπάρχει προθυμία για συνεργασία από αυτές τις χώρες. Αν δεν υπάρχει προθυμία η συνεργασία εκφυλίζεται απλά σε ευσεβείς πόθους και συμβολικές κινήσεις. Το Μαρόκο και το Πακιστάν π.χ. δείχνουν έλλειψη προθυμίας για συνεργασία με τους κεντρικούς θεσμούς της ΕΕ. Αυτό οφείλεται εν μέρει στους ισχυρούς δεσμούς που παραδοσιακά διατηρούν με την Ισπανία και το ΗΒ αντιστοίχως, αλλά αυτές οι ειδικές σχέσεις υπονομεύουν τις πρωτοβουλίες της ΕΕ ως σύνολο. Η Αλγερία και η Υεμένη από την άλλη δείχνουν απλά απροθυμία αλλά ταυτόχρονα και η ΕΕ δε φαίνεται διατεθειμένη να επιβάλλει τη συνεργασία. Σε κάποιες χώρες οι σχέσεις υπονομεύονται από ανταγωνιστικές σχέσεις με τις ΗΠΑ (π.χ. με την Υεμένη και το Πακιστάν όπου οι ΗΠΑ κατά διαστήματα στο παρελθόν διατηρούσαν ισχυρή παρουσία) ή από συμφέροντα των ίδιων των τρίτων χωρών που μπορεί να έχουν ισχυρές διασυνδέσεις με τρομοκρατικές ομάδες, θέλουν όμως παράλληλα να δείχνουν και συνεργάσιμες με την ΕΕ. Φυσικά, κάποιος θα μπορούσε να σημειώσει ότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν πρόβλημα μόνο της ΕΕ στις σχέσεις της με τρίτες χώρες, αλλά προφανώς συμβάλλουν στην αναποτελεσματικότητα των αντιτρομοκρατικών προσπαθειών της ΕΕ.
Ένας άλλος υπονομευτικός παράγοντας της αποτελεσματικότητας της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ, είναι ο βαθμός προθυμίας των κρατών-μελών της ΕΕ να συνεργαστούν. Οι ιστορικοί δεσμοί ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών με τις χώρες με τις οποίες η ΕΕ συνεργάζεται υπονομεύουν τις διαδικασίες. Π.χ. η Αλγερία δείχνει μια προτίμηση για διμερή συνεργασία με τη Γαλλία ενώ το Μαρόκο με την Ισπανία και το Πακιστάν με το ΗΒ. Είναι προφανές ότι συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν τα δικά τους ισχυρά στρατηγικά συμφέροντα, τα οποία έως ένα βαθμό έχουν αναπτυχθεί από μακροχρόνιες (αποικιοκρατικές και μετά-αποικιοκρατικές) σχέσεις και οι οποίες δημιουργούν οικειότητα και συντείνουν σε διμερείς συνεργασίες. Επιπλέον είναι εμφανές ότι αυτές οι σχέσεις δημιουργούνται και από τη μετανάστευση. Είναι απολύτως φυσιολογικό π.χ. από την οπτική του ΗΒ να θέλει αυτό να συνεργαστεί περισσότερο με το Πακιστάν απ’ ότι με την Αλγερία. Η μεταναστευτική ροή από την Αλγερία στο ΗΒ είναι σχεδόν μηδενική ενώ υπάρχει μια ισχυρή μεταναστευτική ροή από το Πακιστάν. Ομοίως η Ισπανία δεν έχει λόγο να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το Πακιστάν ενώ προσπαθεί να ενισχύσει τους δεσμούς της με τις βορειοαφρικανικές χώρες. Τελικά όμως, με το να εξυπηρετούν εθνικά συμφέροντα συγκεκριμένες χώρες καταφέρνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της ΕΕ ως συλλογικού δρώντα.     
Ένας επιπλέον παράγοντας που συμβάλλει στην αναποτελεσματικότητα της ΕΕ είναι το πρόβλημα του συντονισμού των διαφόρων ευρωπαϊκών θεσμών και αντιπροσωπειών. Δεν πρόκειται μόνο για ένα «παιχνίδι» ισορροπίας δυνάμεων μέσα στην ίδια την Κομισιόν (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) αλλά και για ότι φαίνεται να είναι ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η διαχείριση διαφόρων προγραμμάτων με τρίτες χώρες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας συχνά παρεμποδίζεται από τέτοιους ανταγωνισμούς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα θέματα μετανάστευσης με την Αλγερία, για τα οποία δύο θεσμικά όργανα της ΕΕ ανταγωνίστηκαν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην DG JLS (Directorate General Justice Liberty and Security) και την DG Relex (Directorate General for the External Relations) έληξε με την επικράτηση της DG JLS, τροφοδοτώντας όμως την έλλειψη συνοχής της Κομισιόν. Επιπλέον αυτό που φαινόταν ότι θα εξελισσόταν σε ένα αποφασιστικής σημασίας εργαλείο για τη διαχείριση και την προώθηση των αντιτρομοκρατικών προγραμμάτων της ΕΕ, ο Μηχανισμός Σταθερότητας (Instrument for Stability, IFS) (ένα στρατηγικό εργαλείο που σχεδιάστηκε ώστε να αποκρίνεται σε έναν αριθμό προκλήσεων παγκόσμιας ασφάλειας και ανάπτυξης) αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα περιορίζει αυτά τα προγράμματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο IFS έχει βελτιώσει ως ένα βαθμό το έργο της Κομισιόν, όμως παρόλα αυτά υπάρχουν δυσλειτουργίες γιατί οι αντιπροσωπίες (delegations) της Κομισιόν είναι διστακτικές στην υλοποίηση προγραμμάτων εκτός και αν αυτά καθοδηγούνται ξεκάθαρα από τον IFS. Π.χ. τα τμήματα τα σχετιζόμενα με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στο πρόγραμμα της πολιτικής Ευρωπαϊκής Γειτονίας (the European Neighborhood Policy) δεν υλοποιήθηκαν εξαιτίας της έλλειψης ξεκάθαρης καθοδήγησης από τον IFS. Ομοίως και το πρόγραμμα κατά του ξεπλύματος χρήματος στο Πακιστάν το οποίο δεν υλοποιήθηκε διότι είχε τεθεί υπό την αιγίδα του Μηχανισμού Αναπτυξιακής Συνεργασίας (DCI – Development Cooperation Instrument) και όχι του IFS. Όλες αυτές οι δυσλειτουργίες οφείλονται και στο γεγονός ότι υπήρχε μια εξελισσόμενη διένεξη ανάμεσα στο Ευρωκοινοβούλιο και τον IFS στο πρόγραμμα της «Διαχείρισης των συνόρων των Φιλιππίνων» (Philippine border-management project) έτσι που μετά από αυτό άλλοι θεσμοί και αντιπροσωπίες, ακόμα και αν είχαν την αρμοδιότητα να υλοποιήσουν προγράμματα, παρουσιάζονταν διστακτικοί. 
Τέλος ένας ακόμα παράγοντας που αποτελεί τροχοπέδη για την αποτελεσματικότητα της ΕΕ όταν εξετάζεται η συνεργασία με τρίτες χώρες είναι η έλλειψη συνοχής/συνεργασίας με άλλους θεσμούς της διεθνούς κοινότητας. Στο πλαίσιο του ΟΗΕ π.χ., η Ευρώπη επισήμως θέτει σε προτεραιότητα τη συνεργασία μαζί του μέσω μιας σειράς μέτρων και αποφάσεων που περιλαμβάνουν: υλοποίηση του Ψηφίσματος 1373 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ένα αντιτρομοκρατικό μέτρο το οποίο υιοθετήθηκε την 28 Σεπτεμβρίου 2001, την επαύριο των τρομοκρατικών επιθέσεων του Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ, και στόχευε κυρίως στον έλεγχο της μετακίνησης, της οργάνωσης καθώς και των δραστηριοτήτων συλλογής κεφαλαίων των τρομοκρατικών οργανώσεων) και ενδυνάμωση της συνεργασίας με την Counter-Terrorism Executive Directorate (CTED) η οποία καθιερώθηκε με το Ψήφισα 1373 του ΟΗΕ. Παρόλα αυτά η πραγματικότητα δείχνει ότι μόνο στο Μαρόκο και την Αλγερία ειδικοί από την ΕΕ έλαβαν από κοινού μέρος με ομάδες του ΟΗΕ. Έτσι ενώ φαινομενικά υποστηρίζει τις δράσεις του ΟΗΕ, πρακτικά αυτό δε γίνεται επαρκώς. 
    Β. Άλλο πεδίο στο οποίο οι αναποτελεσματικότητες της ΕΕ εμφανίζονται και οφείλονται στα εσωτερικά δομικά προβλήματα της ΕΕ είναι στο εσωτερικό πεδίο: η ΕΕ δεν είναι μια εθνική κυβέρνηση, (με την εγκυρότητα και την ισχύ που μια εθνική κυβέρνηση έχει.) Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας δεν είναι ένα ξεκάθαρο πεδίο πολιτικής για την ΕΕ ως σύνολο. Τα κράτη-μέλη προσάγουν τους τρομοκράτες και οργανώνουν τις αστυνομικές τους δυνάμεις με διαφορετικό τρόπο το ένα από το άλλο.

Ένας παράγοντας που φαίνεται ότι συμβάλει στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ΕΕ στο πεδίο της αντιτρομοκρατικής πολιτικής είναι ότι δεν αποτελεί ένα καθορισμένο τομέα πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι όταν η ΕΕ έρχεται να υλοποιήσει μια αντιτρομοκρατική πολιτική πρέπει να συνδυάσει μια ποικιλία εντελώς διαφορετικών πεδίων πολιτικής και απαιτείται δράση σε όλα αυτά τα διαφορετικά πεδία τα οποία δεν είναι μόνο τα «παραδοσιακά», δηλ. της επιβολής του νόμου, της αμυντικής πολιτικής και του συνοριακού ελέγχου, αλλά απαιτείται και η συμμετοχή π.χ. των οικονομικών υπουργείων είτε για τον έλεγχο της διασυνοριακής κίνησης οικονομικών κεφαλαίων που θα  μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τρομοκράτες είτε για να ενισχύσουν οικονομικά αδύνατα κράτη που αποτελούν πηγές στρατολόγησης τρομοκρατών, ή των Υπουργείων Υγείας που θα μπορούσαν π.χ. να φροντίσουν για αποθέματα κατάλληλων αντιδότων/εμβολίων σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης με βιολογικά ή χημικά όπλα, αλλά και να υλοποιήσουν προγράμματα που να ανταποκρίνονται σε αυτές τις απειλές, ή τέλος, των Υπουργείων Παιδείας που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προγράμματα ακαδημαϊκής διδασκαλίας και έρευνας σε πεδία σχετιζόμενα με την τρομοκρατία (π.χ. Ισλαμικός ριζοσπαστισμός, βιολογικά όπλα, πολιτική της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας κ.λπ.) με σκοπό να εκπαιδευτεί το απαραίτητο σε τέτοια ζητήματα ανθρώπινο δυναμικό. Απλά και μόνο αναφέροντας τα ανωτέρω πεδία είναι ξεκάθαρο ότι ο συντονισμός τους και η μεταξύ τους συνεργασία αποτελούν πραγματικό λαβύρινθο σε εθνικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε ευρωπαϊκό.

Ένα εκπληκτικό εύρημα για την ΕΕ είναι ότι δεν υπάρχει συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών (intelligence) μεταξύ των κρατών-μελών. Ή, πιο σωστά υπάρχει αλλά σε τέτοιο επίπεδο που να μην εγγυάται καθόλου την αποτελεσματικότητα. «Ένα εφιαλτικό σενάριο για τους αξιωματούχους της ασφάλειας στην Ευρώπη θα ήταν το να ανακαλύψουν, μετά από κάποιο τρομοκρατικό χτύπημα, ότι κάποια άλλη ευρωπαϊκή κυβέρνηση είχε κρατήσει σημαντικές πληροφορίες για κάποιον ύποπτο τρομοκράτη» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε κείμενο του 2005 (Keohane, 2005) και δυστυχώς επιβεβαιώθηκε στις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Βέλγιο. Παλαιότερο, πιο ανώδυνο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Μαροκινού  Mohamed Daki ο οποίος το 2003 συνελήφθη από τις Ιταλικές αρχές για στρατολόγηση τρομοκρατών με σκοπό τον πόλεμο κατά των Αμερικανών στο Ιράκ. Οι Ιταλικές Αρχές δοκίμασαν μεγάλη έκπληξη ανακαλύπτοντας ότι ο Daki είχε ανακριθεί από τη γερμανική αστυνομία το 2001 σχετικά με τους δεσμούς του με τρομοκρατικούς πυρήνες στο Αμβούργο οι οποίοι εκτέλεσαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11/09 στις ΗΠΑ. Ελλείψη ικανών αποδεικτικών στοιχείων οι Γερμανοί τον απελευθέρωσαν και έκτοτε έχασαν τα ίχνη του μέχρι και τη σύλληψή του στην Ιταλία. Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διάφορων θεσμών της ΕΕ ή ανάμεσα στις υπηρεσίες διαφόρων χωρών δημιουργεί γενικότερα προβλήματα, αλλά όχι τόσο πολλά όσο στον τομέα των υπηρεσιών πληροφοριών. Όμως είναι ζωτικής σημασίας το να μπορέσουν οι υπηρεσίες πληροφοριών να συνεργαστούν. Αυτό που ενδεχομένως αναστέλλει τη συνεργασία είναι η  δυσπιστία μεταξύ των χωρών αφού άλλωστε όλες οι υπηρεσίες πληροφοριών υπάρχουν μόνο και μόνο για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα κάθε χώρας. (Βέβαια ευλόγως τίθεται το ερώτημα τι νοείται άραγε ως «πανευρωπαϊκό» συμφέρον και ποια η σχέση του με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών.) 

 Συγκρίνοντας τους διαφόρους τρόπους με τους οποίους οι ευρωπαϊκές χώρες διώκουν τους τρομοκράτες μπορούν να βρεθούν θεμελιώδεις διαφορές: Η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ολλανδία αποτελούν μια ομάδα κρατών με σχετικά αδύναμο σύστημα όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ιδιαίτερα στο παρελθόν υπήρχε συχνά δυσκολία στο να κρατήσουν υπόπτους στη φυλακή. Ενώ σε άλλες χώρες ύποπτοι για συμμετοχή στην Αλ-Κάιντα θα συλλαμβάνονταν, στη Γερμανία αυτοί παρέμεναν ελεύθεροι όπως δείχνει και το συμβάν του Daki το 2003 αλλά και τα συμβάντα στο Βέλγιο το 2016. Από την άλλη στη Βρετανία παρόμοια ζητήματα αντιμετωπίζονται αρκετά διαφορετικά. Οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι εκεί είναι αρκετά αυστηρότεροι σε βαθμό που θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι μυστικές υπηρεσίες είναι αυτές που κυριαρχούν στον επιχειρησιακό βραχίονα της αντιτρομοκρατικής πολιτικής στη Βρετανία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι υπόλοιπες χώρες έχουν οι κάθε μια λιγότερο ή περισσότερο διαφορετική πολιτική από τις άλλες στη δίωξη τρομοκρατών, η συνεργασία και ο συντονισμός είναι για μια ακόμη φορά το ζητούμενο.

Επιπλέον και οι αστυνομικές δυνάμεις κάθε κράτους είναι οργανωμένες με διαφορετικούς τρόπους, καταφέρνοντας, ανάλογα με το επίπεδο οργάνωσης, διαφορετικά αποτελέσματα. Στην Ιταλία και τη Γαλλία π.χ., υπάρχουν δύο διαφορετικές μορφές αστυνομίας, μία υπαγόμενη στο Υπουργείο Αμύνης και μία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης-Εσωτερικών. Από την άλλη, στη Δανία, στη Γαλλία και στην Ιρλανδία οι αστυνομικές δυνάμεις λειτουργούν με πιο συγκεντρωτικό τρόπο υπαγόμενες στην ίδια ιεραρχικά προϊσταμένη αρχή. Όμως άλλες χώρες όπως η Ισπανία και το ΗΒ έχουν τελείως αποκεντρωμένα συστήματα αστυνόμευσης με πολλές αυτόνομες αστυνομικές αρχές. Εν ολίγοις οι πιθανοί τρόποι έρευνας και δίωξης κάνουν το συντονισμό, ακόμα μια φορά, δύσκολο σε εθνικό επίπεδο, πολλώ δε μάλλον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ΕΕ είναι ότι δεν έχει μια «εθνική» κυβέρνηση που θα μπορούσε να υποστηρίξει τα δικά της – συλλογικά για όλα τα μέλη της ΕΕ – συμφέροντα. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το γεγονός αυτό δεν είναι αποφασιστικής σημασίας επειδή η ΕΕ αποτελείται από εθνικές κυβερνήσεις οι οποίες εξυπηρετούν επίσης τα συμφέροντα της ΕΕ. Μολοταύτα, η ίδια η ΕΕ δεν μπορεί να συλλάβει ή να διώξει πιθανούς τρομοκράτες, δεν έχει τους δικούς της «ευρωπαίους κατασκόπους», δεν έχει δορυφόρους οι οποίοι να εξυπηρετούν τα «ευρωπαϊκά» συμφέροντα. Η ΕΕ πρέπει να βασίζεται στους πόρους των κρατών μελών: στους κατασκόπους τους, στους αστυνομικούς τους, στους δορυφόρους τους κ.λπ. Οι τοπικοί αστυνομικοί και τα τοπικά στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών είναι αυτοί που θα διεξάγουν τις όποιες επιχειρήσεις. Και όμως συχνά όταν υπάρχει η ανάγκη για διασυνοριακές έρευνες τα κράτη προτιμούν να δουλεύουν διμερώς  παρά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέλος ένας παράγοντας που αναδεικνύει την αναποτελεσματικότητα της ΕΕ είναι ο διαφορετικός τρόπος που αντιμετωπίζει την τρομοκρατία σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ως «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Αυτός ο χαρακτηρισμός υπαινίσσεται τη μεγάλη σημασία που έχει η τρομοκρατία και η αντιμετώπισή της στις ΗΠΑ. Αυτό δεν είναι περίεργο αν αναλογιστούμε πως οι ΗΠΑ ήταν η χώρα που δέχθηκε το πιο εντυπωσιακό και αποφασιστικό έως σήμερα τρομοκρατικό χτύπημα.  Αυτό το χτύπημα έφερε μετά από πολύ μεγάλη χρονική περίοδο καταστάσεις και αποτελέσματα πολεμικών επιχειρήσεων σε αμερικανικό έδαφος, ένα γεγονός που σόκαρε τους Αμερικανούς και ίσως δικαιολογεί απόλυτα το χαρακτηρισμό «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας». Από την άλλη οι Ευρωπαίοι υπέστησαν και αυτοί τρομοκρατικά χτυπήματα, αλλά όσο και να τρομοκράτησαν αυτές οι επιθέσεις τους Ευρωπαίους, ήταν συγκριτικά μικρότερης εμβέλειας. (Κάτι που ενδεχομένως αλλάξει μετά τις επιθέσεις σε Παρίσι και Βρυξέλλες.) Επιπλέον τα αισθήματα σε κάθε χώρα ήταν διαφορετικά καθώς για κάποιες ευρωπαϊκές χώρες αυτές οι επιθέσεις φαίνονταν σαν κάτι το μακρινό. Αυτό δε σημαίνει ότι απλά υποτίμησαν αυτές τις επιθέσεις αλλά ότι ο αντίκτυπος από αυτές δεν ήταν ο ίδιος όπως στις χώρες που χτυπήθηκαν στο έδαφός τους. Έτσι η Ευρώπη φαίνεται να προτιμά μια πιο μακροπρόθεσμη πολιτική αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, από την πιο ευθεία και κυρίως πιο στρατιωτική προσέγγιση των ΗΠΑ. Αυτή η συμπεριφορά εξηγεί γιατί οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι συχνά πιο πρόθυμες από τις ΗΠΑ να ασκήσουν κριτική στη Ρωσία και το Ισραήλ για τις συχνές στρατιωτικές επιχειρήσεις ως απάντηση στις (χαρακτηριζόμενες ως) τρομοκρατικές ενέργειες στην Τσετσενία και τα Παλαιστινιακά εδάφη, αντιστοίχως.

Αλλά είναι η Ευρώπη, όπως νωρίτερα παρουσιάστηκε, μόνο μια ομάδα κρατών τα οποία συχνά ενεργούν ανεξάρτητα, χωρίς να έχουν τη δύναμη να δράσουν αποτελεσματικά ως σύνολο; Αυτή είναι μόνο η μια πλευρά του νομίσματος. Παρόλη την αναποτελεσματικότητα που προκαλείται από τον τρόπο που είναι δομημένη η ΕΕ δείχνει και σημάδια αποτελεσματικότητας. Η ΕΕ συνεχώς προσπαθεί να προωθεί διεθνείς προσπάθειες για να επιλύσει συνεχιζόμενες συγκρούσεις όπως τις διενέξεις Ισραήλ – Παλαιστινίων και Ισραήλ – Αράβων. Αυτές οι διαμάχες προκαλούν αισθήματα αδικίας τα οποία είναι κομβικής σημασίας για τη ριζοσπαστικοποίηση των Μουσουλμάνων της Ευρώπης. Επίσης η ΕΕ προσπαθεί να ενδυναμώσει αδύναμα κράτη της διεθνούς κοινότητας, στα οποία οι επικρατούσες συνθήκες επιτρέπουν στους τρομοκράτες να στρατολογούν νέα μέλη. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή αναπτυξιακής βοήθειας, ένας τομέας στον οποίο η ΕΕ είναι παγκοσμίως από τους μεγαλύτερους συνεισφέροντες, με σκοπό την προώθηση της δημοκρατίας και της σταθερότητας. Βέβαια, παρόλο που η ΕΕ είναι από τους κυριότερους δωρητές στα Παλαιστινιακά εδάφη, αυτή η βοήθεια συχνά υπονομεύεται από την ανικανότητα της ΕΕ να στείλει ξεκάθαρο μήνυμα στην Ισραηλινή κυβέρνηση κατά των επιχειρήσεών της στα Παλαιστινιακά εδάφη. 

Συνοψίζοντας, είναι δύσκολο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η ΕΕ είναι ένας αποτελεσματικός ή μη δρών. Το σίγουρο είναι ότι έχει δομικές αδυναμίες (κληρονομημένες από τον τρόπο που η ΕΕ έχει δομήσει τον τρόπο λήψεως αποφάσεων) οι οποίες δυσκολεύουν το έργο της τόσο σε επίπεδο αποφάσεων όσο και σε επίπεδο υλοποίησης. Επιπλέον, αυτές οι αδυναμίες που συχνά εκλαμβάνονται ως αναποτελεσματικότητα ενισχύονται από τη διαφορετική προσέγγιση της ΕΕ συγκρινόμενη με αυτή των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ διαδραματίζουν έναν ηγετικό ρόλο στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, επομένως αναπόφευκτα η σύγκριση μοιάζει άδικη για την ΕΕ η οποία όμως έχει να επιδείξει ένα αξιοσημείωτο έργο αλλά σε διαφορετική κατεύθυνση. Φυσικά μετά τις επιθέσεις του 2015-2016 η ΕΕ θα κληθεί να αποφασίσει, και μάλιστα σύντομα, εάν πρέπει να αλλάξει την πολιτική της κατευθυνόμενη προς το παράδειγμα των ΗΠΑ.

ΠΕΑΛΣ: ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ/Τ.21

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου